πιστεύω

πιστεύω доверять, верить

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πιστεύω" в других словарях:

  • πιστεύω — ρ. μετβ. κ. αμετβ. 1) верить, веровать, быть верующим*; 2) το кредо: το πιστεύω μου моё кредо …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • πιστεύω — trust pres subj act 1st sg πιστεύω trust pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιστεύω — πιστεύω, πίστεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • πιστεύω — ΝΜΑ, και στον Ερωτόκρ. πιστεύγω Ν [πιστός] 1. έχω πίστη, έχω εμπιστοσύνη σε κάποιον ή σε κάτι (α. «και λογισμό μη βάνης μπλιο και πίστεψέ μου μένα», Ερωτόκρ. β. «ὅτι οὐκ ἐπίστευσαν ἐν τῷ θεῷ», ΠΔ γ. «κοὐκ ἄλλου σαφῆ σημεῑ ἰδοῡσα τῷδε πιστεύω… …   Dictionary of Greek

  • πιστεύω — πίστεψα, πιστεύτηκα 1. έχω εμπιστοσύνη σε κάποιον ή σε κάτι: Δε σε πιστεύω ό,τι κι αν μου πεις. 2. δέχομαι, παραδέχομαι κάτι σαν αληθινό: Πιστεύω στο Θεό, στα όνειρα. 3. έχω τη γνώμη, δέχομαι: Πιστεύω πως είναι ο καλύτερος απ όλους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πιστεύω — [писгэво] р. верить, доверять, думать, считать, полагать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πεπίστευσθε — πιστεύω trust perf imperat mp 2nd pl πιστεύω trust perf ind mp 2nd pl πιστεύω trust perf imperat mp 2nd pl πιστεύω trust perf ind mp 2nd pl πιστεύω trust plup ind mp 2nd pl (homeric ionic) πιστεύω trust plup ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπιστευμένα — πιστεύω trust perf part mp neut nom/voc/acc pl πεπιστευμένᾱ , πιστεύω trust perf part mp fem nom/voc/acc dual πεπιστευμένᾱ , πιστεύω trust perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιστεύεσθε — πιστεύω trust pres imperat mp 2nd pl πιστεύω trust pres ind mp 2nd pl πιστεύω trust imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιστεύετε — πιστεύω trust pres imperat act 2nd pl πιστεύω trust pres ind act 2nd pl πιστεύω trust imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιστεύσουσι — πιστεύω trust aor subj act 3rd pl (epic) πιστεύω trust fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) πιστεύω trust fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.